ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

ΟΥΔΕΝ ΝΕΟΤΕΡΟΝ ΕΛΕΝΗ....



(Ένα γράμμα στην Ελένη Παπαδάκη)



Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη
Μέλος ένωσης μουσικοσυνθετών Αγγλίας
Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος


Να την και πάλι η λευκή σελίδα του χαρτιού που με προσκαλεί και με προκαλεί να την γεμίσω με σκέψεις,τούτη η σελίδα η άδεια στέκει ως ο μεγαλύτερος μου εχθρός ώρες ώρες διότι λειτουργεί ως αντικατοπτρισμός της δικής μου διάθεσης,αλλά και ως καθρέπτης μιάς ολόκληρης κοινωνίας κενής πραγματικών συναισθημάτων γεμάτη απο πράγματα που γίνονται για να γίνονται,γεμάτη απο κοινωνικά πρέπει,νόρμες και αρνήσεις ενός ανεπίσημου πρωτόκολου και ενος τρόπου ζωής πολύ πιο απόμακρου απο οτι εγώ θεωρώ ζωή,ξεκινώ το λοιπόν...

Αγαπητή μου Ελένη

Σαν σήμερα ημέρα των γενεθλίων σου αν ζούσες σε κάποιο μέρος της γής και έπρεπε να σου γράψω μιάν επιστολή με τα δικά μου νέα,θα σου έλεγα πως τίποτε δεν άλλαξε απο τότε,τίποτε δεν άλλαξε απο εκείνο το κρύο χειμωνιάτικο βράδυ του Δεκεμβρίου του 44 που σε συνέλαβαν και σε εκτέλεσαν ως τον χειρότερο εγκληματία,παρά, μετά τις δικές σου κραυγές απελπισίας που λύγισαν ακόμα και τα κτήνη εκείνα που έπραξαν αυτό το ανοσιούργημα απέναντι σου αλλά και απέναντι σε ολάκερη την Ελλάδα,μόνον σιωπή,μόνον απέραντη σιωπή...

Όταν σε βρήκαν με το κεφάλι διαλυμένο απο τις σφαίρες και τα λεπτά σου χέρια στα μαλλιά ως ένδειξη της ύστατης προσπάθειας ένος ανθρώπινου πλάσματος να αποτρέψει το κακό,στην τελευταία αυτή πράξη της δικής σου τραγωδίας με πρωταγωνιστή μόνον εσένα,όλοι έκλαψαν υποκριτικά,σε συνόδεψαν εχθροί και φίλοι μέχρι τον κήπο των νεκρών,σε απόθεσαν εκεί για να μην πώ σε παράχωσαν και έπειτα ξαναγύρισαν ο καθένας στον μικρόκοσμο του όπως γίνεται πάντα διότι όπως λένε "οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους".

Δεν μας λένε όμως ποιοί απο δαύτους είναι οι ζωντανοί και ποιοί οι πεθαμένοι και αυτήν την απορία πάντοτε θα διατηρεί όποιος έχει λίγο το μυαλό στο κεφάλι του ακόμα,βλέπεις όπως σου γράφω,τίποτε δεν άλλαξε,μόνον τα πρόσωπα που τα φθείρει αναγκαστικώς ο θάνατος,διότι κατά έναν περίεργο τρόπο το μυαλό και ο τρόπος σκέψης μιάς ολάκερης κοινωνίας παραμένουν ασφυκτικά και εφιαλτικά τα ίδια,ένας απύθμενος βάλτος κακοχωνεμένων ιδεών που ξέρει να δρά ως κινούμενη άμμος για τους άξιους αλλά και να αναδυκνείει τους φελλούς,ενώ υποκριτικά κάθε τόσο φωνάζει και αναρωτάται γιατι οι άξιοι δεν τον κυβερνούν σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής,κοροιδεύοντας και περιπαίζοντας τον ίδιο του τον εαυτό σε αυτό το αέναο παιχνίδακι της ανωριμότητας που τον δέρνει απο του λίκνου εώς του τάφου όπως αναφέρει ένας άλλος μέγαλος λησμονημένος.ο Περικλής Γιαννόπουλος.

Ελένη μου δεν σου είπα,προσπάθησα να ανεβάσω και την παράσταση σου όμως όλοι με εγκατέλειψαν και πολλοί με κυνήγησαν,πάντοτε με το χαμόγελο βέβαια όπως τότε και εσένα,πήγα και στο σωματείο όπου σε κατέδωσε τότε στην ΟΠΛΑ να ξέρεις,μπάς και άλλαξαν γνώμη και ήθελαν να σε αποκαταστήσουν ως προσφορά στο ελληνικό θέατρο,όμως οτι σου είπα,δεν συνέβει τίποτε το διαφορετικό απο οτι και τότε,τίποτε δεν άλλαξε δεν είπαμε ;

Σου γράφω κοιτώντας την φωτογραφία σου εκείνη με τα τεράστια μάτια και το χωρίς φτιασίδια και στησίματα ελαφρόν μειδίασμα,αναρωτόμενος πως μπόρεσαν όλοι να σε ξεχάσουν,να ξεχάσουν μιάν αληθινή ηθοποιό,μα φαίνεται πως τους πονούσε η αλήθεια που κουβαλούσαν αυτά τα δύο τεράστια μάτια,τούς θύμιζε και πάντα θα τους θυμίζει αυτό που θα ήθελαν να είναι,έναν εαυτό που σκότωσαν πριν μπούν στον λάκκο οι ίδιοι,ένα όνειρο θερινής νυκτός καταδικασμένο να πεθάνει,έναν έρωτα παιδικό και άδολο που ποτέ δεν γνώρισαν και σαν έτυχε μπροστά τους θέλησαν να τον σκοτώσουν,προσπαθώντας να ξεχάσουν το φώς το ανέσπερο που είδαν για μια στιγμή και που τους τύφλωσε πρόσκαιρα και έτσι επέστρεψαν γρήγορα γρήγορα στις σπηλιές των μικρόκοσμων τους.

"Φοβάται" ο κόσμος Ελένη και φοβάται κάτι που δεν ξέρει και αυτός τι είναι,μάλλον είναι ο πραγματικός του εαυτός που ξέρει μέσα του πως ποτέ δεν θα έχει,φοβάται μην χάσει την ζωή του ραγιά που απέκτησε έπειτα απο χρόνια ασυδοσίας και του είπανε πως αυτό είναι η ζωή,φοβάται την ζωή που θα ήθελε τόσο να ζεί μα δεν έζησε ποτέ διότι αυτός κρύβεται ως δειλός στην σπηλιά του όπως σου έγραψα και πιο πάνω,μα εσύ,εγώ και εμείς που νιώθουμε πως μια άλλη ζωή στέκει πέρα απο την δική μας ψευτοζωή και μόνον που το νιώθουμε αυτό οφείλουμε να το δείξουμε και στους άλλους και κείνοι ας κάνουν οτι θέλουν έπειτα και κείνοι ας μας κάνουν οτι θέλουν,ας μας σκοτώσουν δε βαριέσαι σάμπως πρώτη φορά θα είναι που σκοτώνουν την αλήθεια οι ψεύτες προκειμένου να μπορέσουν να πάνε για ύπνο ;

Τίποτε δεν άλλαξε απο τότε που αποχαιρετησες τον μάταιο αυτό κόσμο και θυμάμαι οταν κράτησα το χέρι σου στις βόλτες μας που ως αποτέλεσμα,ως δικό μας καρπό γνωριμίας,είχαν να γράψω τον θεατρικό σου μονόλογο,πως δεν θέλεις να ξανάρθει κάποιος να σε δεί στο νεκροταφείο σαν δεν έχει αλλάξει,δεν θέλεις υποκριτικά μερικά λουλούδια στον τάφο σου απο κάποιους που θα στήσουν γιορτούλα επάνω του και προτιμάς την μοναξιά του νεκροταφείου παρά την πολυκοσμία των ζωντανών - νεκρών,θές ανθρώπους αληθινούς,μα οι άνθρωποι κι αν συστήνονται ως τέτοιοι ο χρόνος τους αποκαλύπτει αργά ή γρήγορα.

Μού χες πεί τότε θυμάμαι πως είθε να είσουν το τελευταίο θύμα στον βωμό της ανθρώπινης υποκρισίας,είθε να πέθαινες κι ας λευτερώνονταν ο κόσμος απο τα δεσμά του,μα δεν είπαμε γλυκιά μου πως τίποτε δεν άλλαξε ;

Τίποτε σου λέγω,πηγαινε στον δρόμο σου το λοιπόν κι άσε μας εδώ κάτω να βολοδέρνουμε με την ελπίδα πως κάπως κάποτε και το κυριότερο κάποιος θα πατήσει ξαφνικά ένα κουμπί και χωρίς την δική μας δουλειά,τούτος ο κόσμος θα αλλάξει.


Καλήν αντάμωση σε ατραπούς που λίγοι είναι ικανοί να βαδίσουν
(Χάριν μνημοσύνου Ελένης Παπαδάκη ήθοποιού 1903 - 1944)


Δεν υπάρχουν σχόλια: