ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Λορέντζος Μαβίλης, ο ποιητής, ο πολεμιστής, ο Έλλην.


Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη
 Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος

 «Εμπρός στα μάτια σου θωρείς
 Τη  λευτεριά,τη  νίκη
 στεφάνι αιμάτινο φορείς
 κι η δόξα σου ανήκει»

 Νικηφόρος Βυζαντινός,  για τον Λορέντζο Μαβίλη

 Λόγια επί λόγων.
  Ο Ελληνικός λαός έχει πλέον κουρασθεί απο τα πολλά λόγια των διάφορων
 απο τα τόσα πόστα της δημόσιας ζωής, έτσι διατηρώ πάντα μιάν
 εξαιρετική στάση για όσους οχι μόνον είπαν ή έγραψαν λόγια, αλλά τα
 υπέγραψαν τα λόγια τους αυτά, με το δικό τους αίμα. Η συμφωνία
 αναμεταξύ λόγων και πράξεων, ο καλός παραδειγματισμός για το σύνολο, η
 αγάπη η έμπρακτος για οτι ονοματίζουμε πατρίδα και τέλος το ηρωικόν
 μας πνεύμα εξέλιπεν και τούτο το ζήτημα αποτελεί ένα απο τα κυριότερα
 ζητήματα στην ζωή του «συγχρονισμένου» ανθρώπου.



 Ποιός άραγε εξ ημών των νεοελλήνων γνωρίζει το σε ποιόν επακριβώς
 είναι αφιερωμένη η γνωστή πλατεία των Αθηνών,η παρακείμενη της
 αμερικανικής πρεσβείας,  η πλατεία Μαβίλη ;  θεωρώ ελάχιστοι στην
 ολότητα τους,  αναφορικά με το μέγεθος και την προσφορά του Λορέντζου
 Μαβίλη σε αυτόν τον πολύπαθο τόπο, έναν τόπο που διαρκώς αναζητά το
 στίγμα του αναμεταξύ των εθνών και ποτέ σχεδόν δεν ησυχάζει ένεκα και
 της γεωπολιτικής του θέσεως.

 Ο Μαβίλης, είναι ακριβώς η προαναφερόμενη περίπτωση. Είναι ο άνθρωπος
 του πνεύματος, ο πολιτικός μιάς άλλης παλιάς κοπής, ο πολεμιστής στο
 πεδίο της μάχης, ο Έλλην ο αποδυκνείων την Ελληνικότητα του, κάθε
 στιγμή και με κάθε ευκαιρία. Είναι ο άνθρωπος ο οποίος με την ίδια
 ευκολία πιάνει την γραφίδα και το όπλο και τρέχει εκεί όπου εκείνος
 θεωρεί πως η Ελλάς τον χρειάζεται, είναι ο ταπεινός εκείνος εργάτης
 της τέχνης του, ο οποίος δεν μένει στα κενά λόγια και τις
 μεγαλοστομίες, αλλά υπογράφει δια ολάκερου του πολυτάραχου βίου του,
 την αγάπη για αυτά  τα χώματα.

 Γεννιέται τούτες τις μέρες, Σεπτεμβρίου 1860 στην Ιθάκη με ευγενική,
 ανώτερη  καταγωγή μιάς και ο παππούς του υπήρξε πρόξενος της Ισπανίας
 και ζεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Κέρκυρα . Στα 1880
 μεταβαίνει στην Γερμανία για σπουδές σε φιλολογία και φιλοσοφία όπως
 ήταν τότε η τάση της εποχής, εκεί θα επηρεαστεί απο τις θεωρίες του
 Νίτσε και του Κάντ μα και του φιλοσοφικά απαισιόδοξου Σοπενχάουερ.
 Εκεί επίσης, αναμεταξύ σπουδών και μποέμικης ζωής, θα αρχίσει να
 συνθέτει τα πρώτα του ποιήματα και η αλήθεια, κατέστει ιδιαιτέρως
 γνωστός για τα σονέτα του.

 Στα 1896, ο Μαβίλης συμμετέχει ενεργά στα γεγονότα της Κρήτης
 πολεμώντας στα κρητικά βουνά μαζί με τους άλλους αντάρτες, ενώ τον
 επόμενο χρόνο συμμετέχει επίσης ως πολεμιστής του έθνους στον ατυχή
 Ελληνοτουρκικό πόλεμο με τις γνωστές συνέπειες, μάλιστα συγκεντρώνει
 και συντηρεί στρατιωτικό σώμα απο εβδομήντα Κερκυραίους συναγωνιστές.

 Στα 1910 εκλέγεται βουλευτής Κέρκυρας και υποστηρίζει ένθερμα
 αναφορικά με το γλωσσικόν ζήτημα, την δημοτική γλώσσα, μάλιστα σε μιάν
 μνημειώδη απάντηση προς τους υποστηρικτές της καθαρευούσης σημειώνει
 πως «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνον χυδαίοι άνθρωποι και
 είναι πολλοί οι χυδαίοι οι ομιλούντες την καθαρεύουσαν».

 Πέφτεί ως διοικητής του λόχου των Γαριβαλδινών, στις 28 Νοεμβρίου του
 1912 στην μάχη του Δρίσκου, κατά τις επιχειρήσεις κατάληψης της πόλεως
 των Ιωαννίνων. Τα τελευταία του λόγια ήσαν τα εξής

 «Επερίμενα πολλές τιμές από τούτον τον πόλεμο, αλλά όχι και την τιμή
 να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου».

 Σήμερα η κεντρική πλατεία της γενέτειρας του Ιθάκης, έχει το όνομα
 του, επίσης μαρμάρινος ανδριάντας του στέκει εκεί τιμής ένεκεν, στην
 πόλη των Ιωαννίνων.
 Ο Λορέντζος Μαβίλης, δεν είναι και δεν μπορεί να αποδοθεί με δυό
 γραμμές μιάς λογοτεχνικής αναφοράς, είναι ένα σύμβολο πνευματικού
 ανθρώπου ο οποίος ξεπερνά την θεωρία και γίνεται πράξη, είναι εκείνος
 ο οποίος θυσιάζεται για τις ίδεες του, είναι τέλος παράδειγμα ηρωικόν
 μέσα σε μιάν εποχή μικρότητος και αντι – ηρωισμού.

 Δύο ποιήματα του, ακολουθούν.

 Λήθη
 Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
  την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
  ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
  μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι.

 Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
  στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση
 μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
  α' στάξη γι' αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

  Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
  διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,
  πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται...

  A' δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
  τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
  θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

 Καλλιπάτειρα
 «Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;
  Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία
  εδώθε». – «Έχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,
  τρία αδέρφια, γιό, πατέρα Ολυμπιονίκες

  να με αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
  και εγώ να καμαρώσω μέσ' στα ωραία
  κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
  παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκειες.

  Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια
  στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζη
  με της αντρειάς τα αμάραντα προνόμια.

  Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
  σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
  ύμνος χρυσός του αθάνατου Πινδάρου».

Δεν υπάρχουν σχόλια: