ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Μυρτιώτισσα, η λυρική ποιήτρια, ο άνθρωπος

 



 (Μια αναφορά στην Θεώνη Δρακοπούλου)

Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη
Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος

Έχω αναφερθεί πολλές φορές στον λόγο της αναπόλησης του παρελθόντος
κόσμου. Το να προσπαθεί κάποιος να συλλέξει τα κομμάτια του κόσμου που
«επέρασε και εχάθει», αποτελεί μιάν απέλπιδα ίσως προσπάθεια
ανασύστασης του «εύ ζείν», μέσα σε όλη τούτη την κενότητα του σήμερα.
Το σήμερα, όπως εμείς το βιώνουμε μοιάζει χωρίς γεύση, χωρίς
χαρακτήρα, χωρίς αναφορές άξιες λόγου και το χειρότερο όλων είναι πως
όσο περνά ο καιρός, η κατάστασις καθίσταται όλο και περισσότερον
πνικτική.



Τούτη η διαπίστωση, δεν αφορά μόνον την γνωστή οικονομική μας κρίση,
αλλά περισσότερο την έλλειψη ενός συλλογικού οράματος για μια πατρίδα
όπου όλοι θα ζούν με μια ποιότητα ζωής που σήμερα δεν υπάρχει και αν
κάποτε υπήρξε, βρίσκεται αποτυπωμένη σε κάποιο παλιό, ξεχασμένο σε
κάποια προθήκη παλαιοβιβλιοπωλείου  βιβλίο, σαν σε όνειρο, σαν σε
όνειρο θολό κάποιου άχρονου απομεσήμερου.

Ο πνευματικός μας δήθεν κόσμος  νοσεί βαθειά, έχει καταντήσει μια
στρατιά ατάλαντων «ποιητών», «συγγραφέων» ή όπως αλλιώς θα ήθελε
κανείς να ονοματίσει, ανθρώπους οι οποίοι οχι μόνον δεν έχουν καμιά
σχέση με τον πολιτισμό και την τέχνη, αλλά με τα διάφορα εκτρωματικά
«πονήματα» τους, δηλητηριάζουν σε καθημερινή βάση το κοινωνικό
συλλογικό ασυνείδητο, διαλύοντας κάθε καλλαισθησία, αλλά και κάθε
ελπίδα προς ουσιαστική ανάκαμψη.

 Πάντοτε θα επιμένω ως του τέλους, πως το πρόβλημα της χώρας  είναι
πρόβλημα μόνον πνευματικόν. Πρόβλημα νοοτροπιών αρρωστημένων, οι
οποίες έχουν ριζώσει βαθιά σε τούτο τον λαό και αποτελούν όλες μαζί
ένα πλέγμα εκ του οποίου εάν δεν εκφύγουμε δραστικώς διαμέσω της
αυτοκριτικής, ουδεμία ελπίς υπάρχει για ανάταση και ανάσταση.
Στην ενσυνείδητη θέλω να πιστεύω προσπάθεια μου οχι να κρύψω το κεφάλι
σε έναν μικρόκοσμο, αλλά να εντοπίσω οτι ωραιότερο του παρελθόντος, το
οποίο δύναται να μας παραδειγματίσει για το παρόν και το μέλλον, απόψε
ενθυμούμαι μια ακόμα εκπρόσωπο ενός πνευματικού κόσμου με ουσία, ενός
κόσμου γεμάτο λυρισμό και αγάπη για την ζωή σωστά εκφρασμένη.

Η Μυρτιώτισσα, κατά κόσμο Θεώνη Δρακοπούλου, γεννιέται στα 1885 σε
προάστιο της Κωνσταντινούπουλης. Ο πατέρας της, Αριστομένης
Δρακόπουλος ήταν γιός της Θεώνης Καλαμογδάρτη, οικογένειας εύπορης με
ιστορία τα  νεοελληνικά  γράματα. Ως υπάλληλος της πρεσβείας της
Ελλάδος εκεί, έδωσε απο την αρχή μεγάλη σημασία στην καλλιτεχνική
εκπαίδευση της κόρης του και έτσι η μικρή Θεώνη Δρακοπούλου, ημπόρεσε
να ζήσει σε ένα περιβάλλον το οποίο ενθάρρυνε την καλλιτεχνική
δραστηριότητα οχι ως «τέχνη για την τέχνη», αλλά ως ατραπό
αυτοβελτίωσης του ανθρώπου, έτσι όπως ακριβώς θα πρέπει να θεωρείται η
τέχνη.

Έξι χρόνια έπειτα απο την γέννηση της και λόγω του επαγγέλματος του
γονέα της, η Θεώνη ακολουθεί την οικογένεια στην τότε τουρκοκρατούμενη
ακόμη Κρήτη , αλλά έπειτα απο δύο ακόμη χρόνια εγκαθίσταται πλέον
οριστικά στην Αθήνα. Φοιτά στην «Σχολή Χίλλ» στην αρχαία γειτονιά της
Πλάκας και απο πολύ μικρή ηλικία, δείχνει πως ανταποκρίνεται λίαν
θετικώς, προς την τέχνη, ιδιαίτερα την ποίηση και το θέατρο.
Παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής στην τότε σχολή του Βασιλικού
θεάτρου και καταφέρνει να εμφανιστεί ως ηθοποιός στην «Νέα Σκηνή» του
Κωνσταντίνου Χρηστομάνου.

Στα 1904 η Δρακοπούλου, αναγκάζεται λόγω αντίδρασης της οικογένειας
της να σταματήσει την σταδιοδρομία της στο Ελληνικό θέατρο,
παντρεύεται τον Σπυρίδωνα Παππά και ταξιδεύει για το Παρίσι, όπου και
εκεί παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής στην εκεί Κρατική δραματική
σχολή.

Λίγο έπειτα ενώ αποκτά τον γιό της Γιώργο Παππά, ο μάλλον πρόωρος
γάμος της θα διαλυθεί και εκείνη θα επιστρέψει στην Αθήνα όπου θα
εργαστεί είς το Ωδείο Αθηνών ως καθηγήτρια. Σημαντικότατο ρόλο δε,
αναφορικά με την ποιητική της εξέλιξη και εδώ θα πρέπει να τονιστεί
αυτό, υπήρξε ο μεγάλος της έρωτας με τον ποιητή είς τον οποίον
αναφέρθηκα ήδη σε προηγούμενο άρθρο μου, τον Λορέντζο Μαβίλη.

Έπειτα απο τον ηρωικό θάνατο του Μαβίλη, εκείνη στα εικοσιεπτά της
χρόνια, μην έχοντας άλλη διέξοδο ως ένα παιχνίδι της μοίρας, θα
στραφεί στην ποίηση προκειμένου να εκφράσει τα συναισθήματα της. Είναι
η  περίπτωση όπου κάποιο δυνατό αόρατο  χέρι, στρίβει το τιμόνι του
βίου προς κάτι που ουδείς φαντάζεται, διότι έτσι θα πρέπει να γίνει. Η
Μυρτιώτισσα πεθαίνει στις 4 Αυγούστου του 1968 και τάφεται στον
οικογενειακό τάφο της οικογένειας της στο Ά νεκροταφείο Αθηνών.

Αυτά τα ολίγα αναφορικά με την ζωή της, ποιητικά τώρα η Θεώνη
Δρακοπούλου, αποτέλεσε μια εκ των κυριότερων εκπροσώπων του ποιητικού
γυναικείου λυρισμού είς τα νεοελληνικά μας γράμματα στις αρχές του 20ο
αιώνα, με έντονες τις θεματικές αναφορές στο δίπολο «Έρως και
Θάνατος», δύο κομβικά σημεία της ανθρώπινης ύπαρξης, όσο κομβική
υπήρξε και η πραγματική φιλία της με τον Κωστή Παλαμά.

Εκδίδει τις ποιητικές συλλογές «Τραγούδια» στα 1919, «Κίτρινες Φλόγες»
στα 1925, συλλογή την οποία προλογίζει ο ίδιος ο Κωστής Παλαμάς, «Δώρα
αγάπης» στα 1932 με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, «Κραυγές» είς τα
1939, ενώ στα 1953 κυκλοφορεί η εκλογή με τίτλο «Ποιήματα».  Μετέφρασε
επίσης την «Μήδεια» του Σοφοκλή, εξέδωσε και μια δίτομη παιδική
ανθολογία καθώς και ένα βιβλίο αναφορικά και με αφορμή τον πρόωρο χαμό
του γιού της, τον ηθοποιό Γιώργο Παππά.

Πολυβραβευμένη μα η αλήθεια μου, αν κάποιος ψάχνει στα βραβεία την
αξιοσύνη, ψάχνει συχνότατα σε λάθος μέρος. Σημασία έχει πάντοτε η
αίσθηση ενός έργου στην συλλογική ψυχή και μνήμη και το έργο της
Μυρτιώτισσας αν μπορούσε να περιγραφεί η αίσθηση του, θα έμοιαζε με το
γλυκόπνοο αεράκι μιάς καλοκαιρινής νύχτας στην θάλασσα.




Μικρά εκλογή ακολουθεί

«Σ΄αγαπώ» - οι δύο πρώτες στροφές

Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ
Τίποτ’ άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου

«Τα βήματα» - οι δύο πρώτες στροφές

Τα βήματα, τα βήματά σου
τα γνώριμα τ’ αγαπημένα που είναι χαμένα.
Έχω ποθήσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.

Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου
και πια με σφάζουνε μαχαίρια.
Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,
καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.
Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου.

«Πάθος» - οι δύο πρώτες στροφές

Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ’ αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.

Μες στα χέρια - τα χέρια σου -
τα γερά, τ’ ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: