ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο ερασιθάνατος ρομαντικός αυτόχειρ

Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη
Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος
Πολιτευτής και Yπ. Πολιτισμού ΛΑ.Ο.Σ.

«Τὸ Ἄγνωστο γύρω καὶ παντοῦ, - κι ὁ Νόμος ὁ Τρανός του!
Κι ἐνῷ δεν εἴμαστε παρὰ μορφὲς αὐτοῦ τοῦ Ἀγνώστου,
Φαντάσματα, ὅλοι, καὶ καπνοί, στὴν δίνη τῆς Ἀβύσσου
(μὲ τ᾿ ὄνειρο, φτωχὴ ψυχή, γιὰ μόνη ἀπολαβή σου),»

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Έχω τονίσει και άλλοτε, την μεταφυσική διάσταση που συνδέει τον υλικό
και τον πνευματικό κόσμο, με μιάν αδιόρατη θαρρείς κλωστή η οποία
υπάρχει εκεί πάντοτε, αδιάφορα εάν εμείς την παρατηρούμε ή οχι. Και
είναι τούτη η μη παρατηρητικότητα μας σε ορισμένα ζητήματα ως αυτό,
αποτέλεσμα της υλιστικής και μόνον αντίληψης που έχει ο σημερινός
«σύγχρονος» άνθρωπος, αναφορικά με το φαινόμενο της ζωής και του
θανάτου.



Οι καιροί μας έχουν χάσει απο πολλού χρόνου πλέον την ευκαιρία του να
τους χαρακτηρίσει κάποιος καιρούς πνευματικότητας και ρομαντισμού, ο
δε ρομαντισμός είτε ως  κίνημα της τέχνης είτε και ως στάση ζωής με
μιάν γενικότερη θεώρηση, θα έλεγε κανείς πως μπορεί να ερμηνευτεί
ψυχολογικά, ως η απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου στο να μην ταφεί
εντελώς το πνευματικό κομμάτι της ύπαρξης του, κάτω απο τα σκουπίδια
του «πολιτισμού», ενός τεχνικού πολιτισμού ο οποίος εν τέλλει
αλλοτριώνει το αρχέτυπο της ανθρώπινης ύπαρξης και το μεταβάλλει σε
αυτόματο και ορθολογιστικό πλάσμα, υπό την κακή έννοια της επικράτησης
της λογικής και της λογιστικής, ενάντια στο συναίσθημα και το πνεύμα.
Μιά εξέλιξις αντιανθρώπινη εκ του αποτελέσματος κρίνοντας.

Στο πνευματικό μου διάβα, είναι στιγμές όπου το μεταφυσικόν του
πράγματος εισβάλλει στην «πραγματικότητα» ή τουλάχιστον σε οτι εμείς
συνηθίζουμε να  θεωρούμε ως πραγματικότητα, για αυτό και τα
εισαγωγικά. Έτσι ο αποψινός πνευματικός μου φίλος μου έγινε γνωστός
κατά περίεργο τρόπο. Περιπατώντας την περιοχή των εξαρχείων όπου ακόμα
παρά την γενικόερη διάλυση, διατηρεί σε ορισμένες γωνιές την αίγλη του
παρελθόντος κόσμου ως μιά όμορφη γειτονιά της παλιάς Αθήνας, έτυχε να
περάσω και απο το σπίτι το αενάως υπό ανακαίνισιν του Ναπολέοντος
Λαπαθιώτη εκεί κάτω απο τον λόφο του Στρέφη. Δίχως να γνωρίζω
επακριβώς σε ποιόν ανήκει το σπίτι ετούτο, κάτι με προσέλκυε
ενεργειακά σε αυτόν τον χώρο, ο οποίο μου έκαμε ιδιαίτερη εντύπωση
κάθε φορά όπου ο δρόμος μου με έφερνε εμπρός του.

Αργότερα έμαθα αναζητώντας  σχετικές πληροφορίες, πως το σπίτι εκείνο
ανήκει στην οικογένεια Λαπαθιώτη  και πως εκεί, ο πάντοτε μόνος και με
ερασιθάνατη διάθεση Ναπολέων, εσυναντήθει αυτοβούλως  με τον Χάροντα,
ένα κρύο βράδυ του χειμώνα στα 1944. Στέκω απέναντι πάντοτε στην
αυτοχειρία, την οποία θεωρώ μιά πράξη δειλίας, αλλά μια δεύτερη σκέψις
μου αφήνει πάντοτε ένα μικρό παράθυρο ανοχής σε κάτι τέτοιο υπό πολύ
συγκεκριμένες συνθήκες, καθώς και μια τρίτη σκέψη μου υποβάλλει πως
ίσως να απαιτεί και ιδιαίτερο θάρρος το εκούσιο πέρασμα είς τα
επέκεινα εν τέλλει και πως ίσως οι δειλοι να στέκουν ανάμεσα των
«ζωντανών». Τεράστια η συζήτηση επί τούτου η οποία δεν αφορά το παρόν.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, γεννιέται είς τα 1888 Οκτωβρίου 31 και επέρασε
στην αιωνιότητα ως ποιητής του μεσοπολέμου κυρίως. Γόνος οικογένειας
στρατιωτικών ο πατέρας του Λεωνίδας Λαπαθιώτης υπήρξε  μαθηματικός και
ανώτατος στρατιωτικός ο οποίος είς τα 1909 μάλιστα εθήτευσε ως
υπουργός στρατιωτικών, ενώ την ίδια στιγμή είς τα 1903 – 1905 είχε ήδη
εκλεγεί και  βουλευτής. Μητέρα του η Βασιλική Παπαδοπούλου, ανηψιά του
Χαρίλαου Τρικούπη. Ως εκ τούτου, το  μεγαλοαστικό περιβάλλον είς το
οποίον ανετράφει ο μικρός Ναπολέων, του επέτρεψε την ενασχόληση
παιδιόθεν την ενασχόληση με την ποίηση. Εμφανίζεται είς τα Ελληνικά
γράμματα στα 1905 με ένα πρωτόλειο έμμετρο δράμα, ενώ αργότερα μαζί με
συντροφιά νέων λογοτεχνών της εποχής, θα συμμετάσχει είς την έκδοση
του λογοτεχνικού περιοδικού «Ηγησσώ».

Στα 1909 όντας φοιτητής της Νομικής σχολής των Αθηνών, θα αποφοιτήσει
επιτυχώς, αλλά ουδέποτε και λόγω της μεγαλοαστικής του καταγωγής η
οποία του επέτρεπε να μην ασχολείται με θέματα καθημερινής επιβίωσης,
δεν θα ασκήσει το επάγγελμα του νομικού. Το φθινόπωρο του 1916
ακολουθώντας τον πατέρα του, θα προσχωρήσει στο κίνημα της «Εθνικής
αμύνης», ενώ στα 1917 θα τον ακολουθήσει επίσης  στην Αίγυπτο, όπου
εκεί θα συναντηθεί και με τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Στον  στρατό  θα
υπηρετήσει ως ανθυπολοχαγός  - διερμηνέας, θέση απο την οποία
παραιτείται στα 1921.

Λογοτεχνικά, πέραν απο την ποίηση η οποία είναι κατά βάσιν σε έμμετρο
ύφος, θα συγγράψει πάνω απο εκατό πεζογραφήματα, δεκάδες διηγήματα,
καθώς και επιφυλλίδες , κριτικές κ.α. Το έργο του αυτό σε μεγάλο μέρος
ευρίσκεται διασκορπισμένο στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής,
ενώ την μοναδική του ποιητική συλλογή θα την εκδόσει μόλις  στα 1939.
Αργότερα, η ποίηση του θα εκδοθεί εκ νέου απο τον Άρη Δικταίο στα 1964
είκοσι ολάκερα χρόνια απο την ημερομηνία του θανάτου του.

Αυτοκτονεί μόνος, φτωχός και ξεχασμένος απο όλους το βράδυ της 7ης
προς 8η Ιανουαρίου του 1944, με το πιστόλι του πατέρα του ο οποίος
είχε ήδη πεθάνει στις αρχές της γερμανικής κατοχής.

Η ποίηση του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη, κρίνεται αξιολογότατη ενώ διέπεται
απο μιάν  αισθαντικότητα στο ύφος του Όσκαρ Ουάιλντ, ρομαντισμό με
έντονές επηρροες των πνευματικών κινήσεων της Ευρώπης την ίδια
περίοδο, αλλά και διάθεση αναπόλησης του παρελθόντος. Πρόκειται για
ένα δείγμα πνευματικότητας , απο τα τελευταία ίσως πριν φανεί στα
νεοελληνικά γράμματα εούτος ο συρφετός του «ελεύθερου στίχου» των
ατάλαντων που τίποτε θετικό δεν προσφέρει στην συλλογική ψυχή και στην
καλλαισθησία, παρά μόνον την δηλητηριάζει καθημερινώς με αθλιότητες οι
οποίες αποστρέφουν τον λαό απο ένα τέτοιο υπέροχο λογοτεχνικό είδος ως
η ποίηση.

Σήμερα τα γραπτά  του λησμονημένα  πλέον, βρίσκονται κατατεθημένα,
στην σκονισμένη  προθήκη κάποιου παλαιοβιβλιοπωλείου ως μοναδικό
σημάδι παρουσίας μιάς ύπαρξης μοναχικής και ευαίσθητης.  Άλλως τε στην
σκληράδα ετούτου του κόσμου δεν χωρούν εύκολα ορισμένες ψυχές και
ευτυχώς που ετούτο συμβαίνει , μιάς και εκείνες οι ψυχές σώζουν τους
υπόλοιπους διατηρώντας τις απαραίτητες ισορροπίες.



Μικρά εκλογή ακολουθεί

Φαντάσματα

Τ᾿ Ἄγνωστο γύρω καὶ παντοῦ κι ὁ Νόμος ὁ Τρανός του!
Κι ἐνῷ δὲν εἴμαστε παρὰ μορφὲς αὐτοῦ τ᾿ Ἀγνώστου,
φαντάσματα, ὅλοι καὶ καπνοί, στὴ δίνη τῆς ἀβύσσου,
-μὲ τ᾿ ὄνειρο, φτωχὴ ψυχή, γιὰ μόνη ἀπολαβή σου-

Μάταια φαντάσματα, τυφλά, ποὺ τὸ σκοτάδι σπέρνει,
ποὺ ἡ νύχτα φέρνει μία στιγμὴ κι ἡ νύχτα πάλι παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμό, μέσ᾿ στὸν αἰώνιο σάλο,
μισοῦμε κι ἐχθρευόμαστε καὶ κρίνει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο..

Ποιητής – οι δύο πρώτες στροφές

Πόσο βαθὺ κι ἀσήμαντο συνάμα,
τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Τέχνης σου τὸ δρᾶμα,
σ᾿ ἕνα παιχνίδι μάταιο καὶ γελοῖο,
τοῦ Νοῦ σου νὰ σκορπᾷς τὸ μεγαλεῖο!

Μέρα-νύχτα νὰ παίζεις μὲ τὶς λέξεις,
πῶς, πρέπει, μεταξύ των, νὰ τὶς πλέξεις
καὶ πῶς, μαζί, νὰ σμίξεις κάποιους ἤχους,
ὥστε νὰ κλείσεις τ᾿ Ὄνειρο σὲ στίχους!
Πόσος κόπος καὶ πόνος κι ἀγωνία,
νὰ πλάσεις ἀπ᾿ τὴ θλίψη σου ἁρμονία



Μυστικό...

Εἶναι ψυχὲς πλασμένες ἀπὸ μάρμαρο
κι ἄλλες ἀπὸ χαμόγελο, εἴτε πόνο.
Εἶναι καὶ μιὰ πλασμένη ἀπὸ τριαντάφυλλα,
ὅμως ἐκείνη δὲ τὴ φανερώνω!

Πόσο ἡ καρδιά μου θά ῾τρεμε, ἂν τὴν ἔλεγα!
Βάνω μία κλειδαριὰ γερὴ στὸ στόμα!
Τόσοι σοφοὶ ποὺ βρίσκονται τριγύρω μου
καὶ δὲ τὴ μάντεψε κανεὶς ἀκόμα;

Εἶναι ψυχὲς πλασμένες ἀπὸ κρύσταλλο
κι ἄλλες ψυχὲς μὲ κλάματα ἔχουν γίνει.
Εἶναι καὶ μιὰ πλασμένη ἀπὸ ροδόσταμο,
μὰ δὲ θὰ σᾶς τὴ ῾πῶ ποτέ μου ῾κείνη!

Ὅρκο ἔβαλα νὰ μὴ τὴ ῾πῶ, ὡς τὸ τάφο μου,
μὰ πάλι... ποιὸς ξέρει... καμμιὰν ὥρα...
Κάτι μοῦ καίει τὰ χείλη μου! Καλύτερα
νὰ κλείσω τὸ τραγούδι μ᾿ ἀπὸ τώρα...

Συντριβή

Ἔτσι μὲ σύντριψε τὸ Φῶς, γιατὶ εἶδα πρὸς τὸ Φῶς
καὶ γιατὶ μέθυσ᾿ ἀπὸ Ζωή, μ᾿ ἔχει συντρίψει ἡ Ζωή.
Ἐπειδὴ στράφηκα κι ἐγώ, μ᾿ ὅλη μου τὴ πνοὴ
στὴ Μελῳδία, μὲ σύντριψε ἡ Μελῳδία: Κουφός!

Καὶ γιατὶ πῆγα στὴ Χαρά, μὲ σύντριψε ἡ Χαρὰ
κι οὔτ᾿ ἕνα τί κι οὔτ᾿ ἕνας ποιὸς καὶ δὲ μὲ θέν᾿ τὰ Ὕψη!
Γιατὶ μιλῶ πλατιά, σὰ Θεός, μὲ φθόνεσε καὶ ὁ Θεός.
Καὶ γιατὶ πῆγα στὴ Χαρά, μὲ σύντριψε κι ἡ Θλίψη...


Ἀναμνήσεις – οι δύο πρώτες στροφές

Τὸ κάθε τι ποὺ πέρασε, γιὰ πάντα μ᾿ ἔχει σκλάβο
κι ὅσο γυρεύεις Σήμερα, τὸ Χτὲς νὰ μ᾿ ἀφανίσεις,
τόσο σὲ ῾κεῖνο θὰ γυρνῶ καὶ τόσο δὲ θὰ παύω
νὰ ζῶ στὶς ἀναμνήσεις...

Θαρρεῖς καὶ κάτι μόνιμα, μπροστά μ᾿ εἶναι πεσμένο
καὶ κρύβοντας καὶ σβήνοντας ὁλότελα τὸ Τώρα,
μὲ κάνει νὰ μὴ χαίρουμαι καὶ μήτε νὰ προσμένω
καινούργια, τάχα, δῶρα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: