ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Αλέξανδρος – Ρίζος Ραγκαβής, ο λόγιος και πολιτικός μιάς άλλης Ελλάδας.



Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη
Μουσικοσυνθέτης, 
Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος
Υπεύθυνος Πολιτισμού ΛΑ.Ο.Σ

«Μαύρ' είν' η νύκτα στα βουνά,
στους βράχους πέφτει χιόνι.
Μες στ' άγρια, στα σκοτεινά,

στες τραχιές πέτρες, στα στενά,

ο κλέφτης ξεσπαθώνει.»

Αλέξανδρος – Ρίζος Ραγκαβής

Στην σημερινή μας κατάσταση, η ενασχόληση με τις σκιές του παρελθόντος κόσμου, κρίνεται οχι μόνον αναγκαία μα και επιβεβλημένη εκ των συνθηκών. Εδώ και τώρα στις αρχές του 21ου αιώνα όπου η χώρα βρίσκεται στην κρίση που όλοι γνωρίζουμε , επέστη πλέον η στιγμή  της αυτοκριτικής, της αντιπαραβολής με το παρελθόν, το πολλάκις ένδοξο και ο αναπροσδιορισμός των εννοιών σε τούτη εδώ την ασθενική μας  υπό γενικήν παραδοχήν, δημοκρατία.

Ο τόπος χρειάζεται αυτό το «Νέον Πνεύμα» υπό το πρίσμα του οποίου καλούμεθα άπαντες να ξαναβρούμε την ταυτότητα μας, ατομικά, εθνικά κοινωνικά ώστε να ημπορέσουμε το συντομότερο να χαράξουμε εκ νέου την πορεία αυτής της πατρίδας στον αιώνα που ήδη βρίσκεται εδώ. Το στίγμα μας τούτο το γεωπολιτικό, εθνικοκοινωνικό, πολιτισμικό εν τέλλει θα καθορίσει και την πορεία της Ελλάδας αναμεταξύ των εθνών, ένδοξον ή μη.
Σε τούτη την προσπάθεια του αναπροσδιορισμού εννοιών και καταστάσεων ως έχω τονίσει και αλλού, είναι πάντοτε χρήσιμο αυτό το κοίταγμα προς τα πίσω και τούτο  το συνταίριασμα των θετικών αναμεταξύ  «παλαιού» και «νέου», έτσι ώστε να ημπορέσει επιτέλους να δομηθεί με  κάποιαν τάξη το νέο οικοδόμημα αυτού του πολύπαθου τόπου. Ο πολίτης αυτής της χώρας οφείλει να δρά πολυσυλλεκτικά, δίχως καμιάν ξενοφοβική διάθεση και εθνικολαικισμό, ανοιχτός στις νέες καταστάσεις όπου έρχονται, μα πάντοτε αποφασισμένος να κρατήσει την ταυτότητα του υπό τις νέες και υπό διαμόρφωσιν συνθήκες. Φυσικά προκειμένου να την κρατήσει, οφείλει και να την γνωρίζει έστω σε αδρές γραμμές.
Κάποτε, προφανώς απο άγνοια του αντικειμένου της τέχνης και της λογοτεχνίας κάποιοι, απέρριψαν προς δημοσίευση ποιήματα μου με την ανώριμη δικαιολογία πως η ποίησις μου κρίνεται «παλαιού τύπου». Απήντησα τότε σε εκείνο το περιοδικό της λογοτεχνίας, πως δεν υφίσταται παλαιόν και νέον στην τέχνη, παρά αξιόλογον και μη. Τούτο απαντά θεωρώ επαρκώς είς το ερώτημα, «και διατί να μελετά κάποιος τέχνη που γεννήθηκε πριν απο 150 ή και περισσότερο χρόνια». Οφείλουμε άπαντες να μελετούμε το παρελθόν, διότι δεν υφίσταται παρόν δίχως αυτό και φυσικά ούτε μέλλον, δεν πρόκειται δηλαδή ως έχω τονίσει και αλλού περί μονομανίας, περί αρρωστημένης ερασιθάνατης, ρομαντικής διαθέσεως, μα για ανάγκη τούτη η μελέτη και ο οπλισμός με παραστάσεις του παρελθόντος κόσμου, παραστάσεις, γνώσεις, κρίσεις και επικρίσεις οι οποίες συνδιαμορφώνουν την προσωπικότητα ενός.
Για απόψε εχτύπησε την θύρα της συνειδήσεως μου μιά στροφή που όλοι γνωρίζουν την οποία και αναφέρω στην αρχή του κειμένου, το γνωστόν «Μαύρη είν η νύχτα στα βουνά», το οποίον πέραν των άλλων αναμνήσεων των παιδικών μας χρόνων λόγου χάρη, αποτελεί και εμβατήριο του Ελληνικού στρατού. Το ποίημα τούτο ανήκει είς τον αποψινό μου «επισκέπτη απο το υπερπέραν», σε μιά διάσταση όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον συνδέονται άρρηκτα, ανήκει στον φαναριώτη λόγιο και πολιτικό της πρώιμης υπό διαμόρφωση  Ελλάδος, Αλέξανδρο – Ρίζο Ραγκαβή.
Ο Αλέξανδρος – Ρίζος Ραγκαβής, εγεννήθει είς τα 1809, εννέα Δεκεμβρίου, υπήρξε λόγιος, αλλά και πολιτικός, καθώς επίσης  θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος, καθηγητής της αρχαιολογίας είς το Πανεπιστήμιο των Αθηνών, αλλά και διπλωμάτης. Γεννιέται στην Κωνσταντινούπολη αλλά τα παιδικά του χρόνια τα περνά στην Ρουμανία καθώς και στην Οδησσό, επίσης στα 1825 βρίσκεται φοιτητής στην Στρατιωτική σχολή της Βαυαρίας.
Στην Ελλάδα εγκαθίσταται πλέον είς τα 1829 φέροντας τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού, αλλά γρήγορα τον βρίσκουμε να έχει εγκάταλείψει το στράτευμα και να σταδιοδρομεί πλέον σε διοικητικές και κυβερνητικές θέσεις. Στην δεκαετία 1831 – 1841, υπηρετεί ως Γενικός γραμματέας του υπουργείου της Παιδείας, ενώ αμέσως έπειτα απο αυτήν την θέση θα υπηρετήσει κατά τα χρόνια 1841 – 1844, στο υπουργείο των εσωτερικών. Τον ίδιο χρόνι επίσης διορίζεται καθηγητής Αρχαιολογίας είς το Πανεπιστήμιο των Αθηνών.
Λογοτεχνικά βρίσκεται ενεργός απο τα πρώτα του χρόνια παραμονής στην Ελλάδα και αποτελεί εκ των πρωτοπόρων του Αθηναικού Ρομαντισμού. Το ποίημα του «Δήμος και Ελένη» απο τελεί  ένα απο τα πρώτα δείγματα της πνευματικής αυτής κίνησης, σε μιά χώρα η οποία μόλις είχε αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά. Απο του 1831 και εντεύθεν, ακολουθούν πλήθος λογοτεχνικών και επιστημονικών πονημάτων, στα 1847 εκδίδει το περιοδικό «Ευτέρπη» μαζί με τον φίλο  και επίσης σημαντικό άνθρωπο των γραμμάτων Γρ. Καμπούρογλού, ενώ στα 1849 ιδρύει επίσης το φιλολογικό περιοδικό «Πανδώρα», συγγράφοντας επίσης συνάμα αρκετά μυθιστορήματα και νουβέλες όπως «ο Συμβολαιογράφος»  και ο «Αυθέντης του Μορέως».
Στα 1856 – 1859, διατελεί υπουργός εξωτερικών και είς τα 1867 παραιτείται εκ της ακαδημαικής του καριέρας ώστε να αφοσιωθεί στο διπλωματικό σώμα, μάλιστα είναι και ο πρώτος πρεσβευτής της Ελλάδος στις ΗΠΑ. Πεθαίνει στην Αθήνα στις 16 Γενάρη του 1892.
Ο Αλέξανδρος – Ρίζος Ραγκαβής, υπήρξε ως γίνεται εμφανές εκ της σύντομης βιογραφικής αναφοράς, πολυμαθής, καθώς  και προσωπικότητα μεγάλου βεληνεκούς. Γνήσιος πνευματικός άνθρωπος με βαθιά γνώση και πολλές μελέτες , επέτυχε ακόμη και τον θαυμασμό απο τον Διονύσιο Σολωμό και ενώ στην αρχή φαίνεται ως θιασώτης του ρομαντισμού, ένα κίνημα πνευματικόν το οποίο έπνεε ήδη  τα λοίσθια στην Ευρώπη και ακολουθήθηκε εδώ με την γνωστή διαφορά φάσεως αναμεταξύ Ελλάδος και Εσπερίας, τελικά σχεδόν τον αποκύρηξε αργότερα και ακολούθησε έτερες λογοτεχνικές ατραπούς, ως η επιστροφή στον κλασσικισμό και στην αρχαίζουσα γλώσσα. Ως θεατρικός συγγραφέας κρίνεται αρκετά επιτυχημένος, αν και τα θέματα του δεν απηχούν πάντοτε ή σχεδόν ποτέ, την νεοελληνική πραγματικότητα του 19ου αιώνα.
Σήμερα, εκ της αχλής του χρόνου, διασώζονται ίσως η νουβέλα του με τίτλο «Ο Συμβολαιογράφος» καθώς και κάποια αποσπάσματα του ποιητικού του έργου γραμμένα στην δημοτική.
Μικρά εκλογή ακολουθεί
«Διονύσου Πλούς» - μικρό απόσπασμα στίχων
Ερρόφησα ό,τι γλυκύ
     της κύλικος του βίου,
σταγόνα έρωτος· αρκεί.
Τι αν ο βίος διαρκή
     αιώνας μαρτυρίου;
Τι προς εμέ και οι θεοί
     και η αθανασία;
Αθανασία μου συ ει.
Μακράν σου η μακρά ζωή
     μακρά απελπισία.

«Ο Κλέφτης» - Γνωστότατον ποίημα του, το οποίον κατέληξε στρατιωτικόν εμβατήριον

Μαύρ’ είν’ η νύκτα στα βουνά,
στους βράχους πέφτει χιόνι.
Μες στ’ άγρια, στα σκοτεινά,
στες τραχιές πέτρες, στα στενά,
ο κλέφτης ξεσπαθώνει.
 
Στο δεξί χέρι το γυμνό
βαστά αστροπελέκι.
Παλάτι έχει το βουνό
και σκέπασμα τον ουρανό,
κ’ ελπίδα το τουφέκι.
 
Φεύγουν οι τύραννοι χλωμοί
το μαύρο του μαχαίρι·
μ’ ιδρώτα βρέχει το ψωμί,
ξέρει να ζήσει με τιμή,
και να πεθάνει ξέρει.
 
Τον κόσμ’ ο δόλος διοικεί
κι η άδικ’ ειμαρμένη.
Τα πλούτη έχουν οι κακοί,
κι εδώ στους βράχους κατοικεί
η αρετή κρυμμένη.

«Δήμος και Ελένη» είς τα 1831

Δεν είναι ούτε σύννεφο με πάχνη ποτισμένον,
ούτε Ουρί χιονόστηθη ουρανογεννημένη,
ούτ’ άγγελος με πρόσωπον ουρανοφωτισμένον·
είν’ η στολή των γυναικών, είν’ η γλυκιά Ελένη·

η φύσις ανεξάντλητος εντελειών εργάτης,
εις την πλουσίαν ήντλησε πηγήν των θησαυρών της,
κι αφού λαμπρά επροίκισε το αριστούργημά της,
την είδε και εθαύμασε το έργον των χειρών της.






Δεν υπάρχουν σχόλια: